αποθαλασσώνομαι


αποθαλασσώνομαι
αποθαλασσώνομαι, αποθαλασσώθηκα, αποθαλασσωμένος βλ. πίν. 4

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποθαλασσώνομαι — ώθηκα, ωμένος, ανυψώνομαι από τη θάλασσα: Το υδροπλάνο αποθαλασσώθηκε πολύ γρήγορα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)